Mε τον όρο διάμεσες πνευμονοπάθειες (ή αλλιώς διάχυτες παρεγχυματικές πνευμονοπάθειες) περιγράφεται ένα σύνολο πνευμονοπαθειών που οφείλεται σε βλάβη στα κύτταρα που περιβάλλουν τα αεροθυλάκια, η οποία βλάβη προκαλεί εκτεταμένη φλεγμονή και τελικά πνευμονική ίνωση.
Σε ένα μεγάλο ποσοστό οι διάμεσες πνευμονοπάθειες προκαλούνται από άγνωστα αίτια ενώ σε ένα ποσοστό 35% ενοχοποιούνται περιβαλλοντικοί παράγοντες (αντιδράσεις σε φάρμακα, λοιμώξεις, οργανικά ή ανόργανα υλικά).
Υπάρχουν περισσότερες από 300 διαφορετικές ασθένειες οι οποίες ταξινομούνται ως διάμεσες πνευμονοπάθειες.
Οι συνηθέστερες διάμεσες πνευμονοπάθειες περιλαμβάνουν:
Η συμπτωματολογία ποικίλλει ανάλογα με το νόσημα.
Ωστόσο, η δύσπνοια ("λαχάνιασμα") στην άσκηση και γενικά στην κόπωση σε αρχικά στάδια και στη συνέχεια και στην ηρεμία, η παρουσία ξηρού κατά κύριο λόγο βήχα, τα χαρακτηριστικά ακροαστικά ευρήματα κατά την ακρόαση πνευμόνων σε συνδυασμό με τα αποτελέσματα του λειτουργικού ελέγχου της αναπνοής θα θέσουν την κλινική υπόνοια διάμεσης πνευμονοπάθειας. Ο πνευμονολόγος στη συνέχεια με μία σειρά εξετάσεων (απεικονιστικών αλλά και επεμβατικών κατά περίπτωση) θα καταλήξει διαγνωστικά στο είδος της διάμεσης πνευμονοπάθειας και ανάλογα στη θεραπεία.
Συχνά απαιτούνται υψηλές δόσεις κορτιζόνης και/ή κάποια ανοσοκατασταλτικά φάρμακα.
Loading images...